Showing posts with label ιταλικά ρήματα. Show all posts
Showing posts with label ιταλικά ρήματα. Show all posts

Thursday

Lasciare αφήνω στα ιταλικά


io lascio 
tu lasci 
lui lascia
noi lasciamo 
voi lasciate 
loro lasciano 

ίο λάσιο 
του λάσσι 
λούι λάσια 
νόι λασιάμο 
βόι λασιάτε 
λόρο λάσιανο 

αφήνω 
αφήνεις 
αυτός αφήνει 
αφήνουμε 
αφήνετε 
αφήνουν

Παράδειγματα.
Lasciatemi cantare.


lasciami
Λάσιαμι
Άσε με.

Friday

το ρήμα διαβάζω στα ιταλικά (leggere)


leggere λέτζερε διαβάζω
Presente

ιταλικά μεταγραφή μετάφραση ήχος
io leggo Ίο λέγκο διαβάζω

tu leggi Του λέτζι διαβάζεις
λui legge Λούι λέτζε Αυτός,ό διαβάζει
lei legge Λέι λέτζε Αυτή διαβάζει
Lei legge Λέι λέτζε Εσείς διαβάζετε(ευγ.)
noi leggiamo Νόι λετζιάμο διαβάζουμε
voi leggete Βόι λετζέτε διαβάζετε
loro leggono Λόρο λέγκονο διαβάζουν
Loro leggono Λόρο λέγκονο Εσείς διαβάζετε (πληθ.ευγ.)



διάβασε επίσης
μαθήματα ιταλικών 

Σου άρεσε η ανάρτηση;Στήριξε την προσπάθειά μας με ένα like!

Thursday

το ρήμα πηγαίνω στα ιταλικά (andare)

Σημείωση: Κάντε κλικ στο εικονίδιο 🔊 για να ακούσετε την προφορά στα Ιταλικά.

Εισαγωγή 🔊

Το ρήμα andare σημαίνει «πηγαίνω» στα Ιταλικά και είναι ένα από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα ρήματα. Είναι ανώμαλο, με αλλαγές στη ρίζα σε ορισμένες μορφές, όπως στα 1ο και 2ο πληθυντικό (noi, voi), όπου η ρίζα αλλάζει από vad- σε and-.

Κλίση του Andare 🔊

Ακολουθεί η κλίση του ρήματος andare στον ενεστώτα:

Andare (Απαρέμφατο)

Andare: Πηγαίνω (αντάρε) 🔊

Beispiel: Voglio andare a Roma.

Μεταγραφή: Βόλιο αντάρε α Ρόμα.

Μετάφραση: Θέλω να πάω στη Ρώμη. 🔊

Io vado

Io vado: Πηγαίνω (Ίο βάντο) 🔊

Beispiel: Io vado al cinema.

Μεταγραφή: Ίο βάντο αλ τσινέμα.

Μετάφραση: Πηγαίνω στον κινηματογράφο. 🔊

Tu vai

Tu vai: Πηγαίνεις (Του βάι) 🔊

Beispiel: Tu vai a scuola?

Μεταγραφή: Του βάι α σκουόλα;

Μετάφραση: Πηγαίνεις στο σχολείο; 🔊

Lui/Lei va

Lui/Lei va: Αυτός/Αυτή πηγαίνει (Λούι/Λέι βα) 🔊

Beispiel: Lei va al parco.

Μεταγραφή: Λέι βα αλ πάρκο.

Μετάφραση: Αυτή πηγαίνει στο πάρκο. 🔊

Noi andiamo

Noi andiamo: Πηγαίνουμε (Νόι αντιάμο) 🔊

Beispiel: Noi andiamo in Italia.

Μεταγραφή: Νόι αντιάμο ιν Ιτάλια.

Μετάφραση: Πηγαίνουμε στην Ιταλία. 🔊

Voi andate

Voi andate: Πηγαίνετε (Βόι αντάτε) 🔊

Beispiel: Voi andate al mare?

Μεταγραφή: Βόι αντάτε αλ μάρε;

Μετάφραση: Πηγαίνετε στη θάλασσα; 🔊

Loro vanno

Loro vanno: Αυτοί/Ες/Α πηγαίνουν (Λόρο βάνο) 🔊

Beispiel: Loro vanno in montagna.

Μεταγραφή: Λόρο βάνο ιν μοντάνια.

Μετάφραση: Πηγαίνουν στα βουνά. 🔊

Παραδείγματα Χρήσης 🔊

Ακολουθούν μερικά παραδείγματα χρήσης του andare σε προτάσεις:

  • Io vado al mercato ogni sabato (Ίο βάντο αλ μερκάτο όνι σάμπατο) 🔊: Πηγαίνω στην αγορά κάθε Σάββατο.
  • Tu vai a scuola a piedi? (Του βάι α σκουόλα α πιέντι;) 🔊: Πηγαίνεις στο σχολείο με τα πόδια;
  • Noi andiamo in vacanza in Grecia (Νόι αντιάμο ιν βακάντσα ιν Γκρέτσια) 🔊: Πηγαίνουμε διακοπές στην Ελλάδα.
Κουίζ 🔊

Ποια είναι η σωστή κλίση του andare για το «εμείς πηγαίνουμε»;

Πρόσθετοι Πόροι 🔊

Εξερευνήστε περισσότερους πόρους για την εκμάθηση Ιταλικών:

Σου άρεσε η ανάρτηση; Στήριξε την προσπάθειά μας με ένα like!

Διάβασε Επίσης

Εξερευνήστε περισσότερα μαθήματα Ιταλικών στον σύνδεσμο παραπάνω.

Saturday

το ρήμα δίνω στα ιταλικά (dare)

Presente
io do, dò Ίο ντο δίνω
tu dai Του ντάι δίνεις
lui Λού Αυτός,/-ό δίνει
lei Λέι Αυτή δίνει
noi diamo Νόι ντιάμο Εμείς δίνουμε
voi date Βόι ντάτε Εσείς δίνετε
loro danno Λόρο ντάνο Αυτοί,-ά δίνουν
Lei danno Λέι Εσείς δίνετε(ευγ. ενικ.)
Loro danno Λόρο Εσείς δίνετε(ευγ. πληθ.)
Πίσω στα μαθήματα ιταλικών.

Monday

το ρήμα είμαι στα ιταλικά (essere και stare)

Italian Verbs: Essere and Stare

English: Italian Verbs Essere and Stare

Introduction

The verb "to be" in Italian exists in two forms: essere and stare, similar to the Spanish verbs ser and estar. The choice between them depends on the context.

Conjugation of stare (Present Tense)
  • 🔊 io sto - I am (condition/location)
  • 🔊 tu stai - you are (singular, informal)
  • 🔊 lui/lei sta - he/she is
  • 🔊 noi stiamo - we are
  • 🔊 voi state - you are (plural)
  • 🔊 loro stanno - they are
Conjugation of essere (Present Tense)
  • 🔊 io sono - I am
  • 🔊 tu sei - you are (singular, informal)
  • 🔊 lui/lei è - he/she is
  • 🔊 noi siamo - we are
  • 🔊 voi siete - you are (plural)
  • 🔊 loro sono - they are
  • 🔊 Lei è - you are (formal)
Examples with essere
  • 🔊 Di dove sei? - Where are you from?
  • 🔊 Di dov'è? - Where is he/she from?
  • 🔊 Sono di Grecia. - I am from Greece.
  • 🔊 Sono Greco. - I am Greek.
  • 🔊 Vengo dalla Grecia. - I come from Greece.
  • 🔊 Vengo da Napoli. - I come from Naples.
  • 🔊 Sono felice. - I am happy.
  • 🔊 Sono io. - It's me.
Examples with stare
  • 🔊 Come stai? - How are you?
  • 🔊 Bene. - Good.
  • 🔊 Come sta? - How is he/she?
  • 🔊 Oggi sto a casa. - Today I am staying at home.
Additional Grammar and Vocabulary

Essere is used for identity, origin, characteristics, and permanent states.
Stare is used for temporary states, conditions, or locations.
Declension Example (Adjective: felice - happy):

  • Masculine singular: felice
  • Feminine singular: felice
  • Masculine plural: felici
  • Feminine plural: felici

Vocabulary: casa (house), città (city), contento (happy/content), stanco (tired).

Interactive Quiz

Click "Start Quiz" to begin!

Ελληνικά: Τα Ιταλικά Ρήματα Essere και Stare

Εισαγωγή

Το ρήμα "είμαι" στα Ιταλικά υπάρχει σε δύο μορφές: essere και stare, κάτι ανάλογο με τα Ισπανικά ser και estar. Ποιο θα χρησιμοποιηθεί εξαρτάται από την κάθε περίπτωση.

Κλίση του stare (Ενεστώτας)
  • 🔊 io sto - Εγώ είμαι (κατάσταση/τοποθεσία)
  • 🔊 tu stai - Εσύ είσαι (ενικός, ανεπίσημο)
  • 🔊 lui/lei sta - Αυτός/αυτή είναι
  • 🔊 noi stiamo - Εμείς είμαστε
  • 🔊 voi state - Εσείς είστε (πληθυντικός)
  • 🔊 loro stanno - Αυτοί/αυτές είναι
Κλίση του essere (Ενεστώτας)
  • 🔊 io sono - Εγώ είμαι
  • 🔊 tu sei - Εσύ είσαι (ενικός, ανεπίσημο)
  • 🔊 lui/lei è - Αυτός/αυτή είναι
  • 🔊 noi siamo - Εμείς είμαστε
  • 🔊 voi siete - Εσείς είστε (πληθυντικός)
  • 🔊 loro sono - Αυτοί/αυτές είναι
  • 🔊 Lei è - Εσείς είστε (ευγενικό)
Παραδείγματα με το essere
  • 🔊 Di dove sei? - Από πού είσαι;
  • 🔊 Di dov'è? - Από πού είναι;
  • 🔊 Sono di Grecia. - Είμαι από την Ελλάδα.
  • 🔊 Sono Greco. - Είμαι Έλληνας.
  • 🔊 Vengo dalla Grecia. - Έρχομαι από την Ελλάδα.
  • 🔊 Vengo da Napoli. - Έρχομαι από τη Νάπολη.
  • 🔊 Sono felice. - Είμαι ευτυχισμένος.
  • 🔊 Sono io. - Είμαι εγώ.
Παραδείγματα με το stare
  • 🔊 Come stai? - Τι κάνεις;
  • 🔊 Bene. - Καλά.
  • 🔊 Come sta? - Τι κάνετε;
  • 🔊 Oggi sto a casa. - Σήμερα μένω στο σπίτι.
Επιπρόσθετη Γραμματική και Λεξιλόγιο

Το essere χρησιμοποιείται για ταυτότητα, προέλευση, χαρακτηριστικά και μόνιμες καταστάσεις.
Το stare χρησιμοποιείται για προσωρινές καταστάσεις, συνθήκες ή τοποθεσίες.
Παράδειγμα κλίσης επιθέτου (felice - ευτυχισμένος):

  • Αρσενικό ενικός: felice
  • Θηλυκό ενικός: felice
  • Αρσενικό πληθυντικός: felici
  • Θηλυκό πληθυντικός: felici

Λεξιλόγιο: casa (σπίτι), città (πόλη), contento (ευτυχισμένος/ικανοποιημένος), stanco (κουρασμένος).

Διαδραστικό Κουίζ

Πατήστε "Ξεκινήστε το Κουίζ" για να ξεκινήσετε!

Saturday

το ρήμα έχω (avere) στα ιταλικά




Io ho

tu hai

lui,lei ha

noi abbiamo

voi avete

loro hanno
Ίο ο

του άι

λούι,λέι α

νόι αμπιάμο

βοι αβέτε

λόρο άννο
Εγώ έχω

εσύ έχεις

αυτός,αυτό/αυτή έχει

εμείς έχουμε

εσείς έχετε

αυτοί/αυτά,αυτές έχουν
    


Non ho lavoro.
νον ο λαβόρο
Δεν έχω δουλειά.

Io ho un buon lavoro.
Ίο ο ουν μπουόν λαβόρο
Έχω μια καλή δουλειά.

Non ho niente.
νον ο νιέντε.
Δεν έχω τίποτα.

imperfetto
avevo avevi aveva avevamo avevate avevano
παρακείμενος
(συνεχώς)
είχα είχες είχε είχαμε είχατε είχαν
passato remoto
ebbi avesti ebbe avemmo aveste ebbero
αόριστος
(ιστορικός)
είχα είχες είχε είχαμε είχατε είχαν
futuro
avrò avrai avrà avremo avrete avranno
μέλλοντας
θα έχω θα έχεις θα έχει θα έχουμε θα έχετε θα έχουν

Friday

Tuesday

το ρήμα sapere (ξέρω) στα ιταλικά

Το ρήμα so χρησιμοποιείται με την έννοια του γνωρίζω,είμαι ικανός να κάνω κάτι.

io so
ίο σο
εγώ ξέρω

tu sai
του σάι
εσύ ξέρεις

lui sa
λούι σα
αυτός ξέρει

lei sa
λέι σα
αυτή ξέρει

noi sappiamo
νόι σαπιάμο
εμείς ξέρουμε

voi sapete
βόι σαπέτε
εσείς ξέρετε

Lei sapete
λέι σαπέτε
εσείς ξέρετε (ευγένεια)

loro sanno
λόρο σάνο
αυτοί,αυτές,αυτά ξέρουν


παραδείγματα
Non so
νον σο
δεν ξέρω

Lei sa quatri lingue.
Λέι σα κουάτρι λίνγουε.
Αυτή ξέρει τέσσερις γλώσσες.

Sai giocarte a carte?
σάι τζιοκάρε α κάρτε;
Ξέρεις να παίζεις χαρτιά;

Related posts

FOLLOW ME

Search This Blog

Translate

Recent comments

Followit

Popular