Φρυγικό Λεξιλόγιο
Ρήματα
αββερετ
φέρνει, φέρει προς. Συνδέεται με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *bʰer- «φέρω, μεταφέρω». Συγγενεύει με το ελληνικό φέρω και το λατινικό ferō.
βερετ
φέρνει, φέρει. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *bʰer- «φέρω».
βρειτ
σπάει, θραύει. Η ετυμολογία δεν είναι βέβαιη· έχει προταθεί σύνδεση με ινδοευρωπαϊκή ρίζα *breH- / *briH- «κόβω, θραύω».
δακετ
κάνει, πράττει. Συνδέεται με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *dʰeh₁- «θέτω, τοποθετώ».
δοκετ
κάνει, πράττει. Παραλλαγή του δακετ.
ειτου
ας πάει, ας γίνει. Συνδέεται με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *h₁ey- «πηγαίνω».
εσταες
έστησε, στάθηκε. Γ΄ ενικό αορίστου/τετελεσμένου τύπου. Συνδέεται με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *steh₂- «στέκομαι, στήνω».
εδαις / edaes
αφιέρωσε, έθεσε, τοποθέτησε. Μαρτυρείται στην επιγραφή του Μίδα. Συνδέεται με τη ρίζα *dʰeh₁- «θέτω, τοποθετώ».
Ουσιαστικά
αναρ
άνδρας, σύζυγος. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *h₂nḗr. Συγγενεύει με το αρχαίο ελληνικό ἀνήρ.
βέκος
ψωμί. Η περίφημη φρυγική λέξη bekos. Η παλαιότερη ετυμολογία από «ψήνω» είναι αμφισβητούμενη.
βέδυ
νερό. Μαρτυρείται ως φρυγική λέξη και συνδέεται με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *wed- «νερό, υγρό».
ακαλα
νερό. Εναλλακτική φρυγική λέξη που καταγράφεται για τη σημασία «νερό».
βράτερε
στον αδελφό. Δοτική ενικού. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *bʰréh₂tēr «αδελφός». Συγγενεύει με το ελληνικό φράτηρ και το λατινικό frāter.
δεως
θεός / θεοί, και σε συγκεκριμένες αναλύσεις «στους θεούς». Συγγενεύει με το ελληνικό θεός.
ζεμελως
άνθρωπος, άνθρωποι· ειδικότερα μαρτυρείται ως δοτική πληθυντικού. Συνδέεται με τη ινδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰǵʰem- «γη».
κναις
γυναίκα, σύζυγος. Ονομαστική ενικού.
κναικαν
γυναίκα, σύζυγος. Αιτιατική ενικού. Συγκρίνεται με το αρχαίο ελληνικό γυναῖκα.
ματαρ
μητέρα. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *méh₂tēr. Συγγενεύει με το ελληνικό μήτηρ, το λατινικό māter και το αγγλικό mother.
μεκας
μεγάλος, μέγας. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *méǵh₂s. Συγγενεύει με το ελληνικό μέγας.
όνομαν
όνομα. Αιτιατική ενικού. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *h₁nómn̥. Συγγενεύει με το ελληνικό ὄνομα και το λατινικό nōmen.
πατερης
πατέρες. Ονομαστική πληθυντικού. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *ph₂tḗr. Συγγενεύει με το ελληνικό πατήρ και το λατινικό pater.
μροτις
θάνατος / νεκρός. Συνδέεται με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mer- «πεθαίνω».
νώρικον
δέρμα. Η μορφή καταγράφεται ως φρυγικό λήμμα με τη σημασία «skin».
ορουαν
φύλακας, προστάτης. Η ερμηνεία της λέξης θεωρείται λιγότερο ασφαλής από τις βασικές λεξιλογικές μαρτυρίες.
λαϝαγτης / lavagtaei
αρχηγός του λαού, ηγέτης. Μαρτυρείται στην επιγραφή του Μίδα. Συγκρίνεται μορφολογικά με το ελληνικό λαο- και το ἄγω ως προς τα συστατικά του.
ϝανακτει / vanaktei
άρχοντι, βασιλεί. Δοτική. Συγκρίνεται με το ελληνικό ἄναξ και το μυκηναϊκό wa-na-ka.
Αριθμητικά
θρι
τρία. Συγγενεύει με το ελληνικό τρία και το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *tréyes.
πινκε
πέντε. Από το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *pénkʷe. Συγγενεύει με το ελληνικό πέντε, το λατινικό quinque και το αγγλικό five.
Αντωνυμίες και μικρές λέξεις
σεμουν
αυτό, τούτο.
σεμου
αυτό, τούτο. Παραλλαγή του σεμουν.
κιν
ποιον, ποιος. Μαρτυρείται ως αιτιατική.
ιος
όποιος, αυτός που.
νι
που, ο οποίος, αυτός που.
αυτος
αυτός, ο ίδιος. Συγκρίνεται άμεσα με το ελληνικό αὐτός.
κε
και. Συγκρίνεται με το ελληνικό καί.
ετι
και, ακόμη. Απαντά ως συνδετικό/επιρρηματικό στοιχείο.
με
μη, όχι. Αρνητικό μόριο.
αβ-
κοντά, προς. Η μορφή καταγράφεται με τη σημασία «near» και πιθανώς συνδέεται με προθετικό σχηματισμό.
Επίθετα
μεκας
μεγάλος, μέγας. Από *méǵh₂s.
κακο-
κακός, κακό. Συγκρίνεται με το ελληνικό κακός.
ευ- / εϝ-
καλός, καλό. Η μορφή καταγράφεται στη φρυγική παράδοση με τη σημασία «good».
βαγο-
καλός / ευνοϊκός, σύμφωνα με μία λεξικογραφική ερμηνεία. Η μορφή συνδέεται επίσης με θρησκευτικό λεξιλόγιο και το bago- «θεός». Η σημασία εξαρτάται από το συγκεκριμένο συμφραζόμενο.
ϝασο
καλός. Η σημασία καταγράφεται στη φρυγική Swadesh list, αλλά η ακριβής ετυμολογική ανάλυση δεν είναι ασφαλής.
Νερό και φυσικά στοιχεία
βέδυ
νερό.
ακαλα
νερό.
βέδυ (ποτάμι)
ποτάμι. Η ίδια λέξη καταγράφεται επίσης με τη σημασία «river», γεγονός που πιθανότατα αντανακλά σημασιολογική επέκταση από το «νερό».
Θρησκευτικό λεξιλόγιο
βαγο- / bago-
θεός, θεότητα. Συγκρίνεται με το παλαιοπερσικό baga- «θεός» και το σλαβικό bogъ «θεός».
τιος / Tios
του Δία, Διός. Η μορφή αντιστοιχεί στο φρυγικό θεωνύμιο που συγγενεύει με το ελληνικό Ζεύς / Διός.
τιαν / Tian
Δία. Αιτιατική μορφή του θεωνυμίου.
τιε / Tie
στον Δία. Δοτική μορφή.
τι / Ti
στον Δία. Παραλλαγή δοτικής.
τιη / Tīē
στον Δία. Παραλλαγή δοτικής.
τιβεγια / tiveja
θεά. Η ερμηνεία είναι λιγότερο βέβαιη από εκείνη των βασικών θεωνυμίων.
Λέξεις με αβέβαιη ή συζητούμενη σημασία
τεαμας / teamas
τάφος, μνήμα; πιθανή ερμηνεία.
ορουαν / orouan
φύλακας, προστάτης; πιθανή ερμηνεία.
βαγο- / bago-
θεός ή καλός/ευνοϊκός, ανάλογα με το συμφραζόμενο και την ανάλυση.
ϝασο / waso
καλός; η ερμηνεία καταγράφεται, αλλά η ετυμολογία είναι αβέβαιη.

0 Comments:
Post a Comment