ποντιακό λεξιλόγιο

Φελίν ψωμίν = Φέτα ψωμιού
πόγο σην χαλέ(ν) ή πόγο σον αναγκέον ή ο αναγκέος = ο καμπινές
καντζίν ή καντζία =
στουράκ = γκλίτσα
Φα (τσίμιν τσίμιν) την ελέαν = Φάε (λίγο λίγο) την ελιά
βόκο ή Ο βόκον = βλάκα , χαζέ κατα μία έννοια
Τοουσιέεβο = μαλλώνο
ο βέτρον ή το βέτρο = ο γκουβάς (η γιαγια μου αναφερόταν στον πλαστικό)
τσουκάλ(ι) = τσουκάλι , ονομάζεται και το μαγειρικό σκεύος αλλά και το καθίκι (το μικρό μεταλικό
τσίγγινο σκεύος που κάναμε την ανάγκη μας μέχρι πριν λίγα χρόνια και ήταν πάντα
κάτω απ το κρεβάτι στην διάρκεια τις νύχτας
σπόγκσον το στολ = σκούπισε το τραπέζι
η μαστραπά = η κούπα, το ποτήρι του νερού
πόσα πιρτέν = πόσα κομμάτια ή τεμάχια
ο τορομάνον =
λετσέκ = το μαύρο τσεμπέρι που φορούν οι χήρες στο κεφάλι κλπ
σουμά = σιμά ή κοντά
βαλτε στο σάιτ και τους μήνες
τσιγέρι μ΄= σπλάχνο μ΄,έκφραση αγάπης
τσιγέρια ή τσικάρε (ιδιομα)= εντόσθια
μέρ πας = που πας
μαντζάνα = μελιντζάνα
άψων, άψιμον = άναψε, άναμα
κοκούμ = είδος τσίγγινου τσαγερού,σχεδόν μόνιμα στην σόμπα
τολάπ = ντουλάπι
επρέστα = πρίστηκα
γαλέντζε ή γαλέντζια = ξύλινα τσόκαρα
ορτάρε ή ορτάρια = κάλτσες πλεχτές χοντρές κάτι σαν σοσόνια
σιαρβάλι = η βράκα, είδος ενδύματος
μασιέρ = μαχαίρι
δόμα = δώσε μου
έπαρ = πάρε
ενγγάλια = αγγαλιά
πλουμία =
πλουμιστά =
χαρσλούκ = χαρτζιλίκι
γηρευόν = ζητιάνος
εμέτσα = μεθυσα
τρανόν κοβόρ = μεγάλο κοβόρι ή κουράδα
λάκτα (οχι παυλίδης) = κλωτσιά
σύρων = τράβα
αούτος αούτο = αυτό
μιλέτ(η) = έθνος ή γένος κατα μία έννοια
λαλόπομ (ν) = λαλιά, φωνή
κουήζω = φωνάζω
μη βαρκίζ(ω) = μη φωνάζης(ω) έντονα
Ταβρανεύκουμεν, αγληγορώ- βιάζομαι
Σκουντουλίζω- μοσχοβολώ
Ταλαshεύω-το λένε για τα σκυλιά, όταν αρπάζονται
Chαχchανίετεν, φαρshαλιάβ-φωνάζει αλλά υστερικά
Κονοπίετεν-όταν κάποιος σέρνεται κάτω
Ισιαύω-υπολογίζω κάποιον, υπολογίζω γνώμη, συμβουλή κλπ (όχι μετρώ)
Πυρίφτω-είναι η διαδικασία που βάζουμε τα ψωμιά στο φούρνο για να τα ψήσουμε.
Βρουλεύκουμεν-όταν έχω κάποιον πολύ κοντά στην καρδιά μου, όταν έχω σε κάποιον αδυναμία.
Τουντουνίζω (τρομάζω)-τρέμω(όχι από φόβο)
Αποchοχαλήγουμεν-όταν ανοίγω πλύ τα πόδια μου
chογαπιάζω-αντιμιλάω
Πακλιαύω, τιαμιζλιαύω-καθαρίζω
Σπογγίζω-σκουπίζω
Τσαραμπουλίζ-αστράφτει
Παρλιαύ-γυαλίζει
Τιαρτιάνγκιαλια-σαύρα
Πεchούκ-κατσαρίδα
Μουτακά-μαξιλάρι σε σχήμα καραμέλας που βάζουνε συνήθως στον καναπέ
Chαναβάρ-θυρίο
Κουμούλ-στοίβα, σωρός
Τιαγιά-στοίβα χόρτων
chολ (τσολ)-χωράφι, λιβάδι
Πεshταμπάλ-ποδιά νοικοκυράς
Μιντέρ-το λεπτό στρώμα
Ορμίν-χαράδρα
chαγ, ochάγ-φωτιά
Καρακώνω-κλείνω την πόρτα με κλειδί
Κιαλπιατή-πένσα
Γρινdjίλια-ούλα
chιανγκιά-πηγούνι
Περβόλ-τοίχος
Πεγιαπούρ-ρεζίλι
Εμπροστία-βάση για κατσαρόλα που τοποθετείται πάνω στην εστία του φούρνου ή του τζακιού
Γούμ-άμμος
Σιακλιάμ, νεριασιά-άχρηστος άνθρωπος, αντιπαθητικός, που φέρεται άσχημα
Κλόθω, υροκλόθω-γυρίζω
Τιάνιακια-τενεκές
Ταρέζ-ράφι
Κομπώνω-λέω ψέματα
Σανdjία-ωδίνες
Πιαλτιάκ-φαφούτης, αυτός που ψευδίζει
Κιαφτιάρ-αυτουνού που του λείπουνε κάποια δόντια
Υλεύω-διστάζω
Ταβίζω-μαλώνω
Φουμίζω-κρατάω μούτρα
Λάσκουμεν-κάνω βόλτες
chαλχαμάν-αριάνι
Τυροκλωστήν-τυρί λιωμένο στο τηγάνι με βούτυρο
chουchούκ-τυρόγαλο, το υγρό που βγαίνει κατά την πήξη του τυριού
Αλυμίδ-σαλαμούρα
Σιτλίν-ριζόγαλο
Τυριανίζω-στεναχωρώ
chανίζω-σκορπώ
chιβίζω-τιτιβίζω
shυρίζω-σφυρίζω
Χαρτσεύω-ξοδεύω
Υλίζω-διυλίζω, περνώ από σουρωτήρι
Κάπα-φόρεμα
Φυστάν-φουστάνι
Μαρχαμά-μαντίλι (για να σκουπιζόμαστε)
Ποδαρόνα-τουαλέτα
Πιαρτιά-κουρτίνα
shκυλάζω-βρομάω
Μιασιάλ-παραμύθι
Γολτούγ-μασχάλη
Φορθάκα-βάτραχος
Γαβουρεύω-τηγανίζω
Ταράζω-ανακατεύω
Γαπάγ-καπάκι
Σαχτάρ-στάχτη
Καντάζ-φαράσι
Φορκάλ-σκούπα
Γαντιρεύω-εξηγώ "Αν κι γανεύ'σεν, γαντίρεψον'ατον άλλο λοΐς" ή όταν κοροϊδεύω κάποιον με
ψέματα "Εγαντίρεψεν'ατον (εκόμπωσεν'ατον) και έφυεν"
Τιαβιακιαλίν-ελαφρόμυαλο
Όρομαν-όνειρο
Ουντάμαν-μαζί
Σιρίν-πλήθος
Τ'αλλντηνημέραν-μεθαύριο
Αγνόν-παράξενο
Πελιάν-μπελάς
Χζαρ-πριόνι
chιπλάγ, τσάτσαλον -γυμνό
Γούλα-λαιμός
Κερεντί-δρεπάνι
Κοχίζω-βήχω
Ζιανdjίρια-αλυσίδες
Γουρταρεύω-σώζω
Γουτουρεύω-κάνω χαζά (το λένε για τα μωρά, όταν κάνουν φασαρία) ή (θα το εξηγήσω
μεταφορικά) τα παίρνω στο κρανίο
Πορτλάγος-αυτός που έχει πεταχτά μάτια
Τυπίν-χιονοθύελλα
Κούshνερόν-μούσκεμμα
Αχπαράζω-τρομάζω
Κουρτώ-καταπίνω
Φουρκίγουμεν-πνίγομαι

δείτε επίσης
ποντιακό λεξιλόγιο
http://pontosworld.com/index.php?option=com_content&task=view&id=831&Itemid=143

 


Share:

No comments:

Post a Comment

Translate

Υποστηριξτε μας ενεργα.

Αν θέλετε να μας υποστηρίξετε ενεργά,να ζητήσετε περισσότερες αναρτήσεις σε μια συγκεκριμένη γλώσσα και θέμα , φράσεις,πηγές,βίντεο και άλλα, μπορείτε μέσω https://www.patreon.com/

Τελευταια γλωσσα που προστεθηκε.

Recently updated posts. Πρόσφατες

Popular Posts

αδεια

Άδεια Creative Commons Creative Commons: Επιτρέπεται η αναπαραγωγή,διανομή και παρουσίαση του περιεχομένου στο κοινό, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1)Υποχρεωτική αναφορά στην ιστοσελίδα προέλευσης παρέχοντας έναν ενεργό σύνδεσμο (backlink) που οδηγεί απευθείας σ'αυτή (2) Μη εμπορική χρήση ή εκμετάλλευση 3) Μη τροποποίηση,αλλοίωση του περιεχομένου ή δημιουργία πάνω σ'αυτό με οποιονδήποτε τρόπο. Works 3.0 Greece License

Recent comments

Learn languages by email!





learn German
Enter your email address:




learn Italian by email
Μάθε ιταλικά μέσω ημέιλ.






Facebook

Labels

Blog Archive