корочка (Russian)



КОРОЧКАКО́РОЧКА, -и, жен. 1. см. корка. 2. мн. Диплом, удостоверение в твёрдом переплете (прост.).

crust or  metaphorically degree


www.lingetscript.com

Share:

No comments:

Post a Comment

Υποστηριξτε μας ενεργα.

Αν θέλετε να μας υποστηρίξετε ενεργά,να ζητήσετε περισσότερες αναρτήσεις σε μια συγκεκριμένη γλώσσα και θέμα , φράσεις,πηγές,βίντεο και άλλα, μπορείτε μέσω https://www.patreon.com/

Τελευταια γλωσσα που προστεθηκε.

Recently updated posts. Πρόσφατες

Popular Posts

Blog Archive

αδεια

Άδεια Creative Commons Creative Commons: Επιτρέπεται η αναπαραγωγή,διανομή και παρουσίαση του περιεχομένου στο κοινό, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1)Υποχρεωτική αναφορά στην ιστοσελίδα προέλευσης παρέχοντας έναν ενεργό σύνδεσμο (backlink) που οδηγεί απευθείας σ'αυτή (2) Μη εμπορική χρήση ή εκμετάλλευση 3) Μη τροποποίηση,αλλοίωση του περιεχομένου ή δημιουργία πάνω σ'αυτό με οποιονδήποτε τρόπο. Works 3.0 Greece License

email submit

Learn languages by email!

learn German

Enter your email address:


learn Italian by email
Μάθε ιταλικά μέσω ημέιλ.


Facebook

Labels

Blog Archive