вор (Russian)

вор

vor

thief

адежед. ч.мн. ч.
Им.во́рво́ры
Р.во́раворо́в
Д.во́рувора́м
В.во́раворо́в
Тв.во́ромвора́ми
Пр.во́ревора́х

www.lingetscript.com

Share:

colloquial Ukrainian

Μάθε ουκρανικά με το εκπληκτικό βιβλίο της σειράς colloquial.
Αγόρασε το βιβλίο μέσω vendora.gr 



Επικοινωνία

Επικοινωνία
Επικοινωνία στο email glossesweb@gmail.com

Translate

Τελευταια γλωσσα που προστεθηκε.

Recently updated posts. Πρόσφατες

Popular Posts

Recent comments

Labels

Blog Archive